Το Κατάρ σκοπεύει να στραφεί περισσότερο σε οικονομικούς κλάδους που δεν συνδέονται με τους υδρογονάνθρακες διεμήνυσε ο Εμιρης Sheikh Tamim bin Hamad Al Thani
(upd3) Το όραμα του Mohammed bin Salman για μια Σαουδική Αραβία που θα πρωταγωνιστούσε στην παγκόσμια οικονομία, προσελκύοντας δισεκατομμύρια σε επενδύσεις και μετατρέποντας την έρημο σε σύμβολο χλιδής, τεχνολογίας και ισχύος, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με τη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου.
Οι πύραυλοι και τα drones των Houthis απειλούν την καρδιά του σαουδαραβικού βασιλείου, οι πετρελαϊκές υποδομές μετατρέπονται σε στόχους και οι μεγαλεπήβολες φιλοδοξίες του Ριάντ δοκιμάζονται στο πεδίο της μάχης.
Ενδεικτική είναι άλλωστε η εκτίμηση ότι η Σ. Αραβία δεν μπορεί να υπερασπιστεί όλο τον εναέριο της χώρο και ότι πολλές ενεργειακές της υποδομές και εγκαταστάσεις είναι... ευάλωτες.
Πίσω από τη νέα ανάφλεξη στην Υεμένη αναδύεται μια αλληλουχία στρατηγικών λαθών: η ρήξη με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η υποτίμηση της στρατιωτικής ισχύος των Houthis και, κυρίως, η υπερεκτίμηση της προθυμίας του Donald Trump να υπερασπιστεί τον σημαντικότερο αραβικό σύμμαχο της Ουάσιγκτον.
Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο γεωπολιτικό αδιέξοδο: ο Σαουδάραβας διάδοχος, που επιδίωξε να απομακρύνει τη χώρα του από τις περιφερειακές συγκρούσεις για να οικοδομήσει το οικονομικό της μέλλον, κινδυνεύει τώρα να δει αυτό το μέλλον να καθορίζεται από έναν πόλεμο που πίστευε ότι μπορούσε να αφήσει πίσω του.
Βαθιά κρίση
Ο Mohammed bin Salman, διάδοχος του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας, φιλοδοξούσε να μετατρέψει τη χώρα του σε διεθνή πόλο προσέλκυσης επενδύσεων και τουρισμού, καθώς και σε τόπο φιλοξενίας των μεγαλύτερων αθλητικών διοργανώσεων του κόσμου.
Ωστόσο, σήμερα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πύραυλοι που εκτοξεύονται από την Υεμένη πλήττουν πόλεις της Σαουδικής Αραβίας, παρασύροντας τη χώρα ολοένα βαθύτερα σε μια περιφερειακή κρίση από την οποία ο διάδοχος ήλπιζε να παραμείνει μακριά.
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Υεμένη αναζωπυρώθηκε το φετινό καλοκαίρι και κλιμακώθηκε τον περασμένο μήνα, τερματίζοντας μια περίοδο αρκετών ετών σχετικής ηρεμίας.
Τα τελευταία 11 χρόνια, η Σαουδική Αραβία έχει προσπαθήσει, τόσο με στρατιωτικά όσο και με διπλωματικά μέσα, να περιορίσει τις συγκρούσεις στα νότια σύνορά της.
Αρχικά πολέμησε εναντίον των Houthis, στη συνέχεια επιδίωξε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μαζί τους και αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Τεχεράνη.

Οι λάθος υπολογισμοί
Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς, μια σειρά λανθασμένων υπολογισμών κατέστησε το Ριάντ ευάλωτο απέναντι σε έναν νέο κύκλο συγκρούσεων.
Στα τέλη του περασμένου έτους, η Σαουδική Αραβία τερμάτισε τη μακροχρόνια συνεργασία της με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εξαιτίας διαφωνιών που προέκυψαν από την υποστήριξη του Abu Dhabi προς μια αντίπαλη ένοπλη δύναμη στην Υεμένη.
Παράλληλα, το Ριάντ υπερεκτίμησε την προθυμία του Donald Trump να προσφέρει στήριξη στη Σαουδική Αραβία.
Οι εξελίξεις αυτές σημειώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία επιθέσεις από πολλαπλές κατευθύνσεις εναντίον πετρελαϊκών υποδομών έχουν διαταράξει τις εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας, έχουν οδηγήσει στην ακύρωση ή την καθυστέρηση μεγάλων έργων και έχουν ασκήσει σημαντικές πιέσεις στα οικονομικά σχέδια του Mohammed bin Salman.
Σύμφωνα με Σαουδάραβες αξιωματούχους, οι επιθέσεις των Houthis εναντίον αρκετών αεροδρομίων της χώρας αυτή την εβδομάδα προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον 13 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και ενός Σαουδάραβα πιλότου.
Ο Michael Ratney, πρώην πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σαουδική Αραβία, δήλωσε στο CNN: «Το μόνο που ήθελαν ήταν να κρατήσουν τη σύγκρουση όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη Σαουδική Αραβία και να εμποδίσουν τους Houthis να διαταράξουν τα σχέδια μετασχηματισμού της χώρας. Τώρα, όμως, έχουν βρεθεί οι ίδιοι στο επίκεντρο της κρίσης».
Η εσπευσμένη αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων
Η αεροπορική επίθεση της Σαουδικής Αραβίας, το περασμένο έτος, εναντίον φορτίου στρατιωτικών οχημάτων που είχαν αποστείλει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για την υποστήριξη των αυτονομιστικών δυνάμεων του Νότιου Μεταβατικού Συμβουλίου, διέλυσε τη δεκαετή συμμαχία των δύο χωρών.
Μετά την αποχώρηση των δυνάμεων των Εμιράτων, η Σαουδική Αραβία αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μόνη της τις συνέπειες της κρίσης.
Σύμφωνα με αξιωματούχο της νότιας Υεμένης, η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων δημιούργησε κενό στη διοίκηση των δυνάμεων που επί χρόνια επιχειρούσαν υπό την καθοδήγηση του Abu Dhabi.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στη Σαουδική Αραβία δεν πραγματοποιήθηκε ομαλά και ότι το Ριάντ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει το ίδιο επίπεδο συντονισμού και διοίκησης.

Ανεπαρκής προετοιμασία απέναντι στους Houthis
Οκτώ εβδομάδες μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ξέσπασε ο πόλεμος των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν την περιοχή σε μια ευρύτερη κρίση, εκθέτοντας και τη Σαουδική Αραβία σε ιρανικές επιθέσεις.
Τον Ιούλιο, το Ιράν απέστειλε πολιτικό αεροσκάφος για τη μεταφορά αντιπροσωπείας των Houthis.
Η Σαουδική Αραβία, προκειμένου να εμποδίσει την προσγείωση του αεροσκάφους στο αεροδρόμιο της Sanaa, το οποίο ελέγχεται από τους Houthis, εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του αεροδρομίου.
Σε απάντηση, οι Houthis ανακοίνωσαν τον τερματισμό της εκεχειρίας, αποφάσισαν να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό στα σαουδαραβικά πλοία και ξεκίνησαν μια ταχεία στρατιωτική επιχείρηση κατά μήκος των ακτών της Υεμένης.
Στη συνέχεια, οι επιθέσεις των Houthis εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και αγωγών της Σαουδικής Αραβίας διατάραξαν τη μεταφορά αργού πετρελαίου και προκάλεσαν αύξηση των τιμών.
Οι σαουδαραβικές δυνάμεις απάντησαν πραγματοποιώντας εκατοντάδες αεροπορικές επιδρομές.
Ο Ahmed Nagi, ανώτερος αναλυτής της International Crisis Group για θέματα Υεμένης, δήλωσε ότι η Σαουδική Αραβία δεν ήταν προετοιμασμένη για την επίθεση των Houthis και δεν είχε εξασφαλίσει τον απαραίτητο συντονισμό με τις συμμαχικές της δυνάμεις στην Υεμένη.
Πρόσθεσε ότι η προέλαση των Houthis έχει υπονομεύσει το ηθικό των συμμάχων του Ριάντ, ενώ τα προηγμένα οπλικά συστήματα της οργάνωσης απειλούν πλέον περισσότερες πόλεις της Σαουδικής Αραβίας.
Donald Trump: Ένας απρόβλεπτος σύμμαχος
Σύμφωνα με ειδικούς, η υπερβολική εξάρτηση από την αμερικανική υποστήριξη αποτέλεσε ακόμη έναν λανθασμένο υπολογισμό της Σαουδικής Αραβίας.
Παρά την υπογραφή νέας αμυντικής συμφωνίας με την Ουάσιγκτον, το Ριάντ ανησυχεί για τη μείωση της αμερικανικής δέσμευσης όσον αφορά την ασφάλειά του.
Σύμφωνα με το CNN, ο Mohammed bin Salman συνομίλησε δύο φορές με τον Donald Trump τον περασμένο μήνα, ζητώντας του να εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον των Houthis.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε να παρέμβει.
Αντίθετα, η Ουάσιγκτον πραγματοποίησε διαπραγματεύσεις με τους Houthis στο Ομάν, με στόχο τη διατήρηση της εκεχειρίας που είχε συνάψει με την οργάνωση.
Ο Michael Ratney εκτιμά ότι ο σαουδαραβικός στρατός έχει διαμορφώσει τη δομή του με βάση τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν έχει σχεδιαστεί ώστε να διεξάγει αυτόνομα πολεμικές επιχειρήσεις αυτού του είδους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο απρόβλεπτος χαρακτήρας των αποφάσεων του Donald Trump έχει ενισχύσει στο Ριάντ την αίσθηση ότι έχει μείνει μόνο του απέναντι στις απειλές.
Ως απάντηση, η Σαουδική Αραβία έχει διευρύνει τη συνεργασία της με την Αίγυπτο, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Τουρκία και το Πακιστάν.
Παράλληλα, περισσότεροι από 100 Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι έχουν αναπτυχθεί στη Σαουδική Αραβία, με αποστολή την παροχή πληροφοριών και τη συνδρομή στον προσδιορισμό στρατιωτικών στόχων.

Μια περιφερειακή λύση παραμένει μακριά
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εξωτερική υποστήριξη και οι αρχικές στρατιωτικές επιτυχίες των δυνάμεων της κυβέρνησης της Υεμένης δεν αρκούν από μόνες τους για τον τερματισμό του πολέμου.
Οι διαφωνίες μεταξύ των ένοπλων οργανώσεων, καθώς και η απουσία ενός σαφούς σχεδίου για το πολιτικό μέλλον της Υεμένης, εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια.
Σύμφωνα με αναλυτές, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, η Τεχεράνη θα έχει ισχυρό κίνητρο να αξιοποιεί τις στρατιωτικές δυνατότητες των Houthis προκειμένου να ασκεί πίεση στη Σαουδική Αραβία.
Μια διπλωματική διευθέτηση μεταξύ των χωρών του Περσικού Κόλπου και του Ιράν ή, εναλλακτικά, η κλιμάκωση των στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον των Houthis συγκαταλέγονται στα πιθανά σενάρια για την επόμενη περίοδο.
Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν εγγυάται τον τερματισμό του πολέμου στην Υεμένη στο άμεσο μέλλον.
Η Σαουδική Αραβία είναι πλέον αναγκασμένη να αναζητήσει μια δύσκολη και αναπόφευκτα ατελή διέξοδο από την κρίση, η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση τόσο τις περιφερειακές φιλοδοξίες όσο και τα οικονομικά σχέδια του Mohammed bin Salman.
Το μήνυμα του Εμίρη του Κατάρ
Ο εμίρης του Κατάρ Sheikh Tamim bin Hamad Al Thani υπογράμμισε ότι οι επιθέσεις εναντίον των εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) έχουν πλήξει σημαντικά την παραγωγική ικανότητα της χώρας και έχουν προκαλέσει άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία της.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι «στο εξής δεν πρέπει να λειτουργούμε όπως λειτουργούσαμε πριν από αυτή την κρίση».
Το μήνυμα αυτό αναμένεται να ληφθεί ιδιαίτερα σοβαρά τόσο από τα μέλη του Συμβουλίου Shura όσο και από τους επικεφαλής των κρατικών θεσμών.
Όπως είπε, ο κρατικός προϋπολογισμός των επόμενων ετών θα επηρεαστεί από τα γεγονότα του τελευταίου έτους.
Ο Εμίρης έστειλε ένα σαφές μήνυμα, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα: το Κατάρ σκοπεύει να στραφεί περισσότερο σε οικονομικούς κλάδους που δεν συνδέονται με τους υδρογονάνθρακες.
Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τουρισμό και τη φιλοξενία, στην αγορά ακινήτων, στην περαιτέρω ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και στην ενίσχυση της γεωργίας, της εγχώριας σταθερότητας και της επισιτιστικής ασφάλειας.
Από την ομιλία του κατέστη σαφές ότι αναγνωρίζει πως ο πόλεμος, ο οποίος έχει πλέον φτάσει στο κατώφλι των αραβικών χωρών, έχει επιφέρει σοβαρές οικονομικές συνέπειες για το Κατάρ.
Ζήτησε μεγαλύτερη δημοσιονομική προσοχή στη διαχείριση των κρατικών δαπανών, διατηρώντας παράλληλα αισιόδοξο τόνο και εκφράζοντας την ισχυρή πεποίθησή του ότι η χώρα διαθέτει την ανθεκτικότητα που απαιτείται για να ξεπεράσει την κρίση.

Βασική επιλογή η διπλωματία
Αναφερόμενος στις επιθέσεις που δέχθηκε η χώρα από το Ιράν, ο Εμίρης τις χαρακτήρισε κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας και των αρχών της καλής γειτονίας.
Όπως τόνισε, παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο, η χώρα οφείλει να παραμένει σταθερή και προετοιμασμένη, αξιοποιώντας τις δυνατότητες των μηχανισμών ασφαλείας της για να αντιμετωπίζει και να ξεπερνά τις κρίσεις.
Εξέφρασε επίσης τις ευχαριστίες του προς τις δυνάμεις ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις του Κατάρ.
Ο εμίρης επανέλαβε ότι η χώρα παραμένει προσηλωμένη στις διαπραγματεύσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα κάνει παραχωρήσεις σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Με τον τρόπο αυτό επιβεβαίωσε τη διαχρονική γραμμή της εξωτερικής πολιτικής του Κατάρ: προτεραιότητα στην ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα διατήρηση της δυνατότητας και της βούλησης για διαπραγματεύσεις με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Υπογράμμισε ότι η διπλωματία αποτελεί πάντοτε προτιμότερη επιλογή από τη σύγκρουση.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι συνεχιζόμενες επιθέσεις εναντίον των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) αποδεικνύουν πως η επιθετικότητα παραμένει σοβαρό πρόβλημα και απαιτεί συλλογική αντιμετώπιση.
Επανέλαβε, μάλιστα, την αρχή ότι μια επίθεση εναντίον οποιασδήποτε χώρας του GCC συνιστά επίθεση εναντίον όλων.
Στρατηγική σε 4 θεμελιώδη στοιχεία
Κατά την ομιλία του, ο Al Thani, παρουσίασε τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής ασφάλειας και εξωτερικών σχέσεων της χώρας σε μια περίοδο έντονης περιφερειακής αστάθειας.
Αναφερόμενος στην εθνική στρατηγική, δήλωσε:
«Η στρατηγική μας βασίστηκε σε τέσσερα θεμελιώδη στοιχεία, το πρώτο από τα οποία είναι η αποφασιστική υπεράσπιση της πατρίδας, χωρίς να παρασυρθούμε σε πόλεμο».
Επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευση του Κατάρ στη διπλωματία, ξεκαθάρισε ότι η προσήλωση στην ειρήνη δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένδειξη αδυναμίας.
«Η προσήλωσή μας στον διάλογο και στις ειρηνικές λύσεις δεν σημαίνει επιείκεια όταν πρόκειται για την υπεράσπιση της χώρας μας», υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στις ευρύτερες προκλήσεις ασφαλείας στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Αφρική, επανέλαβε την ενεργό διπλωματική συμμετοχή του Κατάρ.
«Επιβεβαιώνουμε τις σταθερές μας θέσεις υπέρ της εξεύρεσης λύσεων στις κρίσεις της περιοχής, στο Σουδάν, τη Λιβύη, την Υεμένη και τη Σομαλία», δήλωσε.
Κατά την ετήσια συνεδρίαση του Συμβουλίου Shura, ο Al Thani ζήτησε εντατικοποίηση των προσπαθειών για την προστασία των θαλάσσιων οδών και των κρίσιμων δικτύων εφοδιασμού της περιοχής.
Υπογραμμίζοντας τη σημασία της θαλάσσιας ασφάλειας και της περιφερειακής σταθερότητας, δήλωσε: «Οι προσπάθειες πρέπει να διπλασιαστούν για τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Hormuz, καθώς και για την προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων και των πολιτικών υποδομών».
Όπως είπε, «η ασφάλεια των κρατών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και η διατήρηση της κυριαρχίας τους αποτελούν ζητήματα στα οποία δεν χωρούν συμβιβασμοί», τονίζοντας ότι η χώρα του θα εξέλθει από την τρέχουσα κρίση περισσότερο ευέλικτη και καλύτερα προσαρμοσμένη στις παγκόσμιες αλλαγές.
Παράλληλα, υπογράμμισε τον κεντρικό ρόλο του Κατάρ στη διεθνή αγορά ενέργειας.
«Το Κατάρ αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου και οτιδήποτε το επηρεάζει αντανακλάται στις αγορές και στους καταναλωτές», σημείωσε ο Εμίρης.

Rashid al-Mohanadi (αναλυτής): Η ισχυρή αμυντική ικανότητα του Κατάρ το ανέδειξε σε βασικό διπλωματικό διαμεσολαβητή
Η ικανότητα του Κατάρ να υπερασπιστεί τον εαυτό του κατά τη διάρκεια του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν επέτρεψε στη χώρα να διατηρήσει καθοριστικό διπλωματικό ρόλο στις προσπάθειες να οδηγηθούν οι αντιμαχόμενες πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Αυτό υποστήριξε μιλώντας στο Al Jazeera ο Rashid al-Mohanadi, αντιπρόεδρος του Center for International Policy Research, επισημαίνοντας ότι η στρατιωτική ανθεκτικότητα του Κατάρ αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για τη διπλωματική του επιρροή.
«Εάν το Κατάρ δεν είχε καταφέρει να υπερασπιστεί τον εαυτό του με τον τρόπο που το έκανε, δεν θα είχε εξελιχθεί στη συνέχεια σε έναν από τους σημαντικότερους διπλωματικούς παράγοντες που διευκολύνουν την επίλυση αυτής της σύγκρουσης», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο αναλυτής ζητημάτων ασφαλείας εξήγησε ότι η πολιτική εθνικής ασφάλειας του Κατάρ στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: τη διπλωματία, τις στρατιωτικές δυνατότητες και τις διεθνείς συνεργασίες.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στις στρατηγικές αυτές συνεργασίες περιλαμβάνονται οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Τουρκία και το NATO.
Ο al-Mohanadi υπογράμμισε επίσης ότι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά κάθε αποτελεσματικού διαμεσολαβητή είναι η επιμονή και η ανθεκτικότητα απέναντι στις δυσκολίες.
«Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά οποιουδήποτε διαμεσολαβητή είναι η επιμονή», τόνισε, προσθέτοντας ότι το Κατάρ παραμένει ανοιχτό στη δημιουργία ενός νέου περιφερειακού πλαισίου ασφαλείας.
Καταλήγοντας, ξεκαθάρισε ότι, παρά τη σημασία της διπλωματικής διαμεσολάβησης, η τελική ευθύνη για την επίτευξη συμφωνίας ανήκει στις ίδιες τις εμπόλεμες πλευρές.
«Στο τέλος, ο διαμεσολαβητής μπορεί να διευκολύνει τη διαδικασία. Όμως οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές πρέπει να καθίσουν μαζί στο τραπέζι», κατέληξε ο αναλυτής.
www.bankingnews.gr
Οι πύραυλοι και τα drones των Houthis απειλούν την καρδιά του σαουδαραβικού βασιλείου, οι πετρελαϊκές υποδομές μετατρέπονται σε στόχους και οι μεγαλεπήβολες φιλοδοξίες του Ριάντ δοκιμάζονται στο πεδίο της μάχης.
Ενδεικτική είναι άλλωστε η εκτίμηση ότι η Σ. Αραβία δεν μπορεί να υπερασπιστεί όλο τον εναέριο της χώρο και ότι πολλές ενεργειακές της υποδομές και εγκαταστάσεις είναι... ευάλωτες.
Πίσω από τη νέα ανάφλεξη στην Υεμένη αναδύεται μια αλληλουχία στρατηγικών λαθών: η ρήξη με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η υποτίμηση της στρατιωτικής ισχύος των Houthis και, κυρίως, η υπερεκτίμηση της προθυμίας του Donald Trump να υπερασπιστεί τον σημαντικότερο αραβικό σύμμαχο της Ουάσιγκτον.
Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο γεωπολιτικό αδιέξοδο: ο Σαουδάραβας διάδοχος, που επιδίωξε να απομακρύνει τη χώρα του από τις περιφερειακές συγκρούσεις για να οικοδομήσει το οικονομικό της μέλλον, κινδυνεύει τώρα να δει αυτό το μέλλον να καθορίζεται από έναν πόλεμο που πίστευε ότι μπορούσε να αφήσει πίσω του.
Βαθιά κρίση
Ο Mohammed bin Salman, διάδοχος του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας, φιλοδοξούσε να μετατρέψει τη χώρα του σε διεθνή πόλο προσέλκυσης επενδύσεων και τουρισμού, καθώς και σε τόπο φιλοξενίας των μεγαλύτερων αθλητικών διοργανώσεων του κόσμου.
Ωστόσο, σήμερα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πύραυλοι που εκτοξεύονται από την Υεμένη πλήττουν πόλεις της Σαουδικής Αραβίας, παρασύροντας τη χώρα ολοένα βαθύτερα σε μια περιφερειακή κρίση από την οποία ο διάδοχος ήλπιζε να παραμείνει μακριά.
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Υεμένη αναζωπυρώθηκε το φετινό καλοκαίρι και κλιμακώθηκε τον περασμένο μήνα, τερματίζοντας μια περίοδο αρκετών ετών σχετικής ηρεμίας.
Τα τελευταία 11 χρόνια, η Σαουδική Αραβία έχει προσπαθήσει, τόσο με στρατιωτικά όσο και με διπλωματικά μέσα, να περιορίσει τις συγκρούσεις στα νότια σύνορά της.
Αρχικά πολέμησε εναντίον των Houthis, στη συνέχεια επιδίωξε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μαζί τους και αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Τεχεράνη.

Οι λάθος υπολογισμοί
Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς, μια σειρά λανθασμένων υπολογισμών κατέστησε το Ριάντ ευάλωτο απέναντι σε έναν νέο κύκλο συγκρούσεων.
Στα τέλη του περασμένου έτους, η Σαουδική Αραβία τερμάτισε τη μακροχρόνια συνεργασία της με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εξαιτίας διαφωνιών που προέκυψαν από την υποστήριξη του Abu Dhabi προς μια αντίπαλη ένοπλη δύναμη στην Υεμένη.
Παράλληλα, το Ριάντ υπερεκτίμησε την προθυμία του Donald Trump να προσφέρει στήριξη στη Σαουδική Αραβία.
Οι εξελίξεις αυτές σημειώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία επιθέσεις από πολλαπλές κατευθύνσεις εναντίον πετρελαϊκών υποδομών έχουν διαταράξει τις εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας, έχουν οδηγήσει στην ακύρωση ή την καθυστέρηση μεγάλων έργων και έχουν ασκήσει σημαντικές πιέσεις στα οικονομικά σχέδια του Mohammed bin Salman.
Σύμφωνα με Σαουδάραβες αξιωματούχους, οι επιθέσεις των Houthis εναντίον αρκετών αεροδρομίων της χώρας αυτή την εβδομάδα προκάλεσαν τον θάνατο τουλάχιστον 13 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και ενός Σαουδάραβα πιλότου.
Ο Michael Ratney, πρώην πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σαουδική Αραβία, δήλωσε στο CNN: «Το μόνο που ήθελαν ήταν να κρατήσουν τη σύγκρουση όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη Σαουδική Αραβία και να εμποδίσουν τους Houthis να διαταράξουν τα σχέδια μετασχηματισμού της χώρας. Τώρα, όμως, έχουν βρεθεί οι ίδιοι στο επίκεντρο της κρίσης».
Η εσπευσμένη αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων
Η αεροπορική επίθεση της Σαουδικής Αραβίας, το περασμένο έτος, εναντίον φορτίου στρατιωτικών οχημάτων που είχαν αποστείλει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για την υποστήριξη των αυτονομιστικών δυνάμεων του Νότιου Μεταβατικού Συμβουλίου, διέλυσε τη δεκαετή συμμαχία των δύο χωρών.
Μετά την αποχώρηση των δυνάμεων των Εμιράτων, η Σαουδική Αραβία αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μόνη της τις συνέπειες της κρίσης.
Σύμφωνα με αξιωματούχο της νότιας Υεμένης, η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων δημιούργησε κενό στη διοίκηση των δυνάμεων που επί χρόνια επιχειρούσαν υπό την καθοδήγηση του Abu Dhabi.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στη Σαουδική Αραβία δεν πραγματοποιήθηκε ομαλά και ότι το Ριάντ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει το ίδιο επίπεδο συντονισμού και διοίκησης.

Ανεπαρκής προετοιμασία απέναντι στους Houthis
Οκτώ εβδομάδες μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ξέσπασε ο πόλεμος των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν την περιοχή σε μια ευρύτερη κρίση, εκθέτοντας και τη Σαουδική Αραβία σε ιρανικές επιθέσεις.
Τον Ιούλιο, το Ιράν απέστειλε πολιτικό αεροσκάφος για τη μεταφορά αντιπροσωπείας των Houthis.
Η Σαουδική Αραβία, προκειμένου να εμποδίσει την προσγείωση του αεροσκάφους στο αεροδρόμιο της Sanaa, το οποίο ελέγχεται από τους Houthis, εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του αεροδρομίου.
Σε απάντηση, οι Houthis ανακοίνωσαν τον τερματισμό της εκεχειρίας, αποφάσισαν να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό στα σαουδαραβικά πλοία και ξεκίνησαν μια ταχεία στρατιωτική επιχείρηση κατά μήκος των ακτών της Υεμένης.
Στη συνέχεια, οι επιθέσεις των Houthis εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και αγωγών της Σαουδικής Αραβίας διατάραξαν τη μεταφορά αργού πετρελαίου και προκάλεσαν αύξηση των τιμών.
Οι σαουδαραβικές δυνάμεις απάντησαν πραγματοποιώντας εκατοντάδες αεροπορικές επιδρομές.
Ο Ahmed Nagi, ανώτερος αναλυτής της International Crisis Group για θέματα Υεμένης, δήλωσε ότι η Σαουδική Αραβία δεν ήταν προετοιμασμένη για την επίθεση των Houthis και δεν είχε εξασφαλίσει τον απαραίτητο συντονισμό με τις συμμαχικές της δυνάμεις στην Υεμένη.
Πρόσθεσε ότι η προέλαση των Houthis έχει υπονομεύσει το ηθικό των συμμάχων του Ριάντ, ενώ τα προηγμένα οπλικά συστήματα της οργάνωσης απειλούν πλέον περισσότερες πόλεις της Σαουδικής Αραβίας.
Donald Trump: Ένας απρόβλεπτος σύμμαχος
Σύμφωνα με ειδικούς, η υπερβολική εξάρτηση από την αμερικανική υποστήριξη αποτέλεσε ακόμη έναν λανθασμένο υπολογισμό της Σαουδικής Αραβίας.
Παρά την υπογραφή νέας αμυντικής συμφωνίας με την Ουάσιγκτον, το Ριάντ ανησυχεί για τη μείωση της αμερικανικής δέσμευσης όσον αφορά την ασφάλειά του.
Σύμφωνα με το CNN, ο Mohammed bin Salman συνομίλησε δύο φορές με τον Donald Trump τον περασμένο μήνα, ζητώντας του να εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον των Houthis.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε να παρέμβει.
Αντίθετα, η Ουάσιγκτον πραγματοποίησε διαπραγματεύσεις με τους Houthis στο Ομάν, με στόχο τη διατήρηση της εκεχειρίας που είχε συνάψει με την οργάνωση.
Ο Michael Ratney εκτιμά ότι ο σαουδαραβικός στρατός έχει διαμορφώσει τη δομή του με βάση τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν έχει σχεδιαστεί ώστε να διεξάγει αυτόνομα πολεμικές επιχειρήσεις αυτού του είδους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο απρόβλεπτος χαρακτήρας των αποφάσεων του Donald Trump έχει ενισχύσει στο Ριάντ την αίσθηση ότι έχει μείνει μόνο του απέναντι στις απειλές.
Ως απάντηση, η Σαουδική Αραβία έχει διευρύνει τη συνεργασία της με την Αίγυπτο, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Τουρκία και το Πακιστάν.
Παράλληλα, περισσότεροι από 100 Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι έχουν αναπτυχθεί στη Σαουδική Αραβία, με αποστολή την παροχή πληροφοριών και τη συνδρομή στον προσδιορισμό στρατιωτικών στόχων.

Μια περιφερειακή λύση παραμένει μακριά
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εξωτερική υποστήριξη και οι αρχικές στρατιωτικές επιτυχίες των δυνάμεων της κυβέρνησης της Υεμένης δεν αρκούν από μόνες τους για τον τερματισμό του πολέμου.
Οι διαφωνίες μεταξύ των ένοπλων οργανώσεων, καθώς και η απουσία ενός σαφούς σχεδίου για το πολιτικό μέλλον της Υεμένης, εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια.
Σύμφωνα με αναλυτές, όσο συνεχίζεται ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, η Τεχεράνη θα έχει ισχυρό κίνητρο να αξιοποιεί τις στρατιωτικές δυνατότητες των Houthis προκειμένου να ασκεί πίεση στη Σαουδική Αραβία.
Μια διπλωματική διευθέτηση μεταξύ των χωρών του Περσικού Κόλπου και του Ιράν ή, εναλλακτικά, η κλιμάκωση των στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον των Houthis συγκαταλέγονται στα πιθανά σενάρια για την επόμενη περίοδο.
Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν εγγυάται τον τερματισμό του πολέμου στην Υεμένη στο άμεσο μέλλον.
Η Σαουδική Αραβία είναι πλέον αναγκασμένη να αναζητήσει μια δύσκολη και αναπόφευκτα ατελή διέξοδο από την κρίση, η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση τόσο τις περιφερειακές φιλοδοξίες όσο και τα οικονομικά σχέδια του Mohammed bin Salman.
Το μήνυμα του Εμίρη του Κατάρ
Ο εμίρης του Κατάρ Sheikh Tamim bin Hamad Al Thani υπογράμμισε ότι οι επιθέσεις εναντίον των εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) έχουν πλήξει σημαντικά την παραγωγική ικανότητα της χώρας και έχουν προκαλέσει άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία της.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι «στο εξής δεν πρέπει να λειτουργούμε όπως λειτουργούσαμε πριν από αυτή την κρίση».
Το μήνυμα αυτό αναμένεται να ληφθεί ιδιαίτερα σοβαρά τόσο από τα μέλη του Συμβουλίου Shura όσο και από τους επικεφαλής των κρατικών θεσμών.
Όπως είπε, ο κρατικός προϋπολογισμός των επόμενων ετών θα επηρεαστεί από τα γεγονότα του τελευταίου έτους.
Ο Εμίρης έστειλε ένα σαφές μήνυμα, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα: το Κατάρ σκοπεύει να στραφεί περισσότερο σε οικονομικούς κλάδους που δεν συνδέονται με τους υδρογονάνθρακες.
Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τουρισμό και τη φιλοξενία, στην αγορά ακινήτων, στην περαιτέρω ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και στην ενίσχυση της γεωργίας, της εγχώριας σταθερότητας και της επισιτιστικής ασφάλειας.
Από την ομιλία του κατέστη σαφές ότι αναγνωρίζει πως ο πόλεμος, ο οποίος έχει πλέον φτάσει στο κατώφλι των αραβικών χωρών, έχει επιφέρει σοβαρές οικονομικές συνέπειες για το Κατάρ.
Ζήτησε μεγαλύτερη δημοσιονομική προσοχή στη διαχείριση των κρατικών δαπανών, διατηρώντας παράλληλα αισιόδοξο τόνο και εκφράζοντας την ισχυρή πεποίθησή του ότι η χώρα διαθέτει την ανθεκτικότητα που απαιτείται για να ξεπεράσει την κρίση.

Βασική επιλογή η διπλωματία
Αναφερόμενος στις επιθέσεις που δέχθηκε η χώρα από το Ιράν, ο Εμίρης τις χαρακτήρισε κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας και των αρχών της καλής γειτονίας.
Όπως τόνισε, παρά τον συνεχιζόμενο πόλεμο, η χώρα οφείλει να παραμένει σταθερή και προετοιμασμένη, αξιοποιώντας τις δυνατότητες των μηχανισμών ασφαλείας της για να αντιμετωπίζει και να ξεπερνά τις κρίσεις.
Εξέφρασε επίσης τις ευχαριστίες του προς τις δυνάμεις ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις του Κατάρ.
Ο εμίρης επανέλαβε ότι η χώρα παραμένει προσηλωμένη στις διαπραγματεύσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα κάνει παραχωρήσεις σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Με τον τρόπο αυτό επιβεβαίωσε τη διαχρονική γραμμή της εξωτερικής πολιτικής του Κατάρ: προτεραιότητα στην ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα διατήρηση της δυνατότητας και της βούλησης για διαπραγματεύσεις με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Υπογράμμισε ότι η διπλωματία αποτελεί πάντοτε προτιμότερη επιλογή από τη σύγκρουση.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι συνεχιζόμενες επιθέσεις εναντίον των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) αποδεικνύουν πως η επιθετικότητα παραμένει σοβαρό πρόβλημα και απαιτεί συλλογική αντιμετώπιση.
Επανέλαβε, μάλιστα, την αρχή ότι μια επίθεση εναντίον οποιασδήποτε χώρας του GCC συνιστά επίθεση εναντίον όλων.
Στρατηγική σε 4 θεμελιώδη στοιχεία
Κατά την ομιλία του, ο Al Thani, παρουσίασε τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής ασφάλειας και εξωτερικών σχέσεων της χώρας σε μια περίοδο έντονης περιφερειακής αστάθειας.
Αναφερόμενος στην εθνική στρατηγική, δήλωσε:
«Η στρατηγική μας βασίστηκε σε τέσσερα θεμελιώδη στοιχεία, το πρώτο από τα οποία είναι η αποφασιστική υπεράσπιση της πατρίδας, χωρίς να παρασυρθούμε σε πόλεμο».
Επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευση του Κατάρ στη διπλωματία, ξεκαθάρισε ότι η προσήλωση στην ειρήνη δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένδειξη αδυναμίας.
«Η προσήλωσή μας στον διάλογο και στις ειρηνικές λύσεις δεν σημαίνει επιείκεια όταν πρόκειται για την υπεράσπιση της χώρας μας», υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στις ευρύτερες προκλήσεις ασφαλείας στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Αφρική, επανέλαβε την ενεργό διπλωματική συμμετοχή του Κατάρ.
«Επιβεβαιώνουμε τις σταθερές μας θέσεις υπέρ της εξεύρεσης λύσεων στις κρίσεις της περιοχής, στο Σουδάν, τη Λιβύη, την Υεμένη και τη Σομαλία», δήλωσε.
Κατά την ετήσια συνεδρίαση του Συμβουλίου Shura, ο Al Thani ζήτησε εντατικοποίηση των προσπαθειών για την προστασία των θαλάσσιων οδών και των κρίσιμων δικτύων εφοδιασμού της περιοχής.
Υπογραμμίζοντας τη σημασία της θαλάσσιας ασφάλειας και της περιφερειακής σταθερότητας, δήλωσε: «Οι προσπάθειες πρέπει να διπλασιαστούν για τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Hormuz, καθώς και για την προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων και των πολιτικών υποδομών».
Όπως είπε, «η ασφάλεια των κρατών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και η διατήρηση της κυριαρχίας τους αποτελούν ζητήματα στα οποία δεν χωρούν συμβιβασμοί», τονίζοντας ότι η χώρα του θα εξέλθει από την τρέχουσα κρίση περισσότερο ευέλικτη και καλύτερα προσαρμοσμένη στις παγκόσμιες αλλαγές.
Παράλληλα, υπογράμμισε τον κεντρικό ρόλο του Κατάρ στη διεθνή αγορά ενέργειας.
«Το Κατάρ αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου και οτιδήποτε το επηρεάζει αντανακλάται στις αγορές και στους καταναλωτές», σημείωσε ο Εμίρης.

Rashid al-Mohanadi (αναλυτής): Η ισχυρή αμυντική ικανότητα του Κατάρ το ανέδειξε σε βασικό διπλωματικό διαμεσολαβητή
Η ικανότητα του Κατάρ να υπερασπιστεί τον εαυτό του κατά τη διάρκεια του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν επέτρεψε στη χώρα να διατηρήσει καθοριστικό διπλωματικό ρόλο στις προσπάθειες να οδηγηθούν οι αντιμαχόμενες πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Αυτό υποστήριξε μιλώντας στο Al Jazeera ο Rashid al-Mohanadi, αντιπρόεδρος του Center for International Policy Research, επισημαίνοντας ότι η στρατιωτική ανθεκτικότητα του Κατάρ αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για τη διπλωματική του επιρροή.
«Εάν το Κατάρ δεν είχε καταφέρει να υπερασπιστεί τον εαυτό του με τον τρόπο που το έκανε, δεν θα είχε εξελιχθεί στη συνέχεια σε έναν από τους σημαντικότερους διπλωματικούς παράγοντες που διευκολύνουν την επίλυση αυτής της σύγκρουσης», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο αναλυτής ζητημάτων ασφαλείας εξήγησε ότι η πολιτική εθνικής ασφάλειας του Κατάρ στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: τη διπλωματία, τις στρατιωτικές δυνατότητες και τις διεθνείς συνεργασίες.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στις στρατηγικές αυτές συνεργασίες περιλαμβάνονται οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Τουρκία και το NATO.
Ο al-Mohanadi υπογράμμισε επίσης ότι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά κάθε αποτελεσματικού διαμεσολαβητή είναι η επιμονή και η ανθεκτικότητα απέναντι στις δυσκολίες.
«Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά οποιουδήποτε διαμεσολαβητή είναι η επιμονή», τόνισε, προσθέτοντας ότι το Κατάρ παραμένει ανοιχτό στη δημιουργία ενός νέου περιφερειακού πλαισίου ασφαλείας.
Καταλήγοντας, ξεκαθάρισε ότι, παρά τη σημασία της διπλωματικής διαμεσολάβησης, η τελική ευθύνη για την επίτευξη συμφωνίας ανήκει στις ίδιες τις εμπόλεμες πλευρές.
«Στο τέλος, ο διαμεσολαβητής μπορεί να διευκολύνει τη διαδικασία. Όμως οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές πρέπει να καθίσουν μαζί στο τραπέζι», κατέληξε ο αναλυτής.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών